βοῦκος

βοῦκος, [dialect] Dor. [full] βῶκος (v.l.), ,
A = βουκαῖος, Theoc.10.38. (Perh. a pr. n.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βοῦκος — masc nom sg βουκαῖος cowherd masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοῦκον — βοῦκος masc acc sg βουκαῖος cowherd masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βούκου — βοῦκος masc gen sg βουκαῖος cowherd masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βῶκε — βοῦκος masc voc sg (doric) βουκαῖος cowherd masc voc sg (doric) βῶκος masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουκαίος — βουκαῑος, ο (Α) 1. βουκόλος 2. αυτός που οργώνει το χωράφι με βόδια. [ΕΤΥΜΟΛ. < Βούκος (κύριο όνομα) < βουκόλος*. Η λ. βουκαίος θα πρέπει να ήταν αρχικά ανθρωπωνύμιο] …   Dictionary of Greek

  • βώκος — Επώνυμο αγωνιστών του 1821 από την Ύδρα. 1. Αναστάσιος. Υπηρέτησε στις γολέτες του Δημ. Βώκου (1821 25) και διακρίθηκε στους αποκλεισμούς της Καρύστου, της Κασσάνδρας και του Ωρωπού. 2. Ανδρέας. Πατρικό επώνυμο του ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη (βλ.… …   Dictionary of Greek

  • πρόμος — και ποιητ. τ. πρόμνος και πράμος, ὁ, Α 1. ο πρώτιστος 2. (στον Όμ.) πρόμαχος («πρόμος ἵσταται ὧδε μενοινῶν», Ομ. Ιλ.) 3. (με δοτ.) αντίπαλος, αντιμέτωπος («μηδὲ πρόμος ἵστασο τούτῳ», Ομ. Ιλ.) 4. γεν. αρχηγός («Ἀχαιῶν ἄκτορές τε καὶ πρόμοι»,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.